Υγεία & Διατροφή

Ειδικές διατροφικές ανάγκες

Ειδικές διατροφικές ανάγκες

Τροφική αλλεργία & δυσανεξία

Η τροφική αλλεργία είναι μια ασυνήθιστη αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος, σε συγκεκριμένους τύπους τροφών, οι οποίες δεν είναι γενικά βλαβερές για την πλειοψηφία των ανθρώπων. Η αντίδραση συμβαίνει μέσα σε λίγα λεπτά ή έως και δυο ώρες μετά την κατάποση της τροφής και τα συμπτώματα ποικίλλουν από ένα αίσθημα φαγούρας μέσα στο στόμα, το λαιμό ή τα αυτιά, εξανθήματα, εμέτους, και δυσκολία στην αναπνοή. Ωστόσο, μπορεί μερικές φορές να είναι πολύ σοβαρή και πιθανώς θανάσιμη - αναφυλακτικό σοκ. Ολική αποφυγή της τροφής που προκαλεί την αλλεργία θα πρέπει να προτείνεται για να αποφευχθούν αυτά τα συμπτώματα.

Η δυσανεξία στις τροφές είναι όπου ο οργανισμός αντιδρά αρνητικά σε μια συγκεκριμένη τροφή, ωστόσο η αντίδραση προέρχεται από το πεπτικό σύστημα παρά από το ανοσοποιητικό σύστημα. Τα συμπτώματα συνήθως καθυστερούν και συμβαίνουν αρκετές ώρες μετά την κατανάλωση του τροφίμου. Κάποιοι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν μια λογική ποσότητα της τροφής προτού το σώμα να έχει αντίξοες αντιδράσεις και τα συμπτώματα γενικά ποικίλουν και μπορούν να περιλαμβάνουν κούραση, πόνους στις αρθρώσεις, νυχτερινή εφίδρωση, γαστρεντερικά συμπτώματα, δερματικά εξανθήματα, εκζέματα και άλλες χρόνιες παθήσεις.

Αλλεργία στο γάλα

Οι πρωτεΐνες του γάλακτος μπορούν να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις. Η καζεΐνη είναι η πρωτεΐνη που είναι πιο κοινή στο γάλα - περίπου 80% της περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη του γάλακτος αποτελείται από καζεΐνη. Οι υπόλοιπες πρωτεΐνες είναι στο ξινόγαλα, που παραλαμβάνεται μετά την απομάκρυνση του βουτύρου από το γάλα. Πολλοί πιστεύουν ότι έχουν αλλεργία στο γάλα, ενώ στην πραγματικότητα έχουν δυσανεξία στη λακτόζη. Η διαφορά έγκειται στο ότι στην τροφική αλλεργία ο αλλεργιογόνος παράγοντας είναι κυρίως η καζεΐνη αλλά και τα άλλα πρωτεϊνικά συστατικά του γάλακτος, ενώ αντίθετα, στη δυσανεξία στη λακτόζη ο οργανισμός δυσκολεύεται με την πέψη των σακχάρων του γάλακτος, της λακτόζης. Θα μπορούσατε να δοκιμάσετε ξινόγαλα που είναι καλύτερα ανεκτό για τα άτομα που παρουσιάζουν αλλεργία στο γάλα ή προϊόντα απο γάλα σόγιας εμπλουτισμένα με ασβέστιο (αν μπορείτε να ανεχτείτε τη σόγια) και άλλες χορτοφαγικές εναλλακτικές.

Δυσανεξία στη λακτόζη

Όσοι υποφέρουν από δυσανεξία στη λακτόζη, ο οργανισμος τους δεν παράγει αρκετή λακτάση, ένα ένζυμο που διασπά τη λακτόζη σε απλά σάκχαρα (γλυκόζη και γαλακτόζη), για να τους βοηθήσει να χωνέψουν τη ζάχαρη (λακτόζη) στα γαλακτοκομικά. Μπορεί να βιώσουν κράμπες ή διάρροια αφού πιούν γάλα ή φάνε γαλακτοκομικά προϊόντα. Όσοι έχουν δυσανεξία στη λακτόζη θα πρέπει να μιλήσουν με ένα γιατρό ή διαιτολόγο για να ρυθμίσουν την ποσότητα και την ποιότητα γάλακτος στη διατροφή. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης, προτείνεται να προσφέρονται εναλλακτικές όπως γάλα σόγιας, προϊόντα γάλακτος όπως το βουτυρόγαλα, το γιαούρτι κ.λπ. ή σε μερικές περιπτώσεις να εξαιρεθεί το γάλα εντελως από τη διατροφή. Τα σκληρά, μεγάλης ωρίμανσης τυριά (όπως το ώριμο τσένταρ) είναι πιο χαμηλά σε λακτόζη. Γιαούρτια που περιέχουν ενεργές καλλιέργειες είναι πιο εύκολο να χωνευθούν και λιγότερο πιθανά να προκαλέσουν τα προβλήματα λακτόζης.

Υπερβολική ενασχόληση με την υγιεινή διατροφή

Μια κοινή εσφαλμένη αντίληψη πως όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα είναι "παχυντικά" μπορεί κάποιες φορές να περιορίσει την ποσότητα γαλακτοκομικών που καταναλώνουμε. Αυτό είναι μεγάλο λάθος, επειδή τα οστά μας χρειάζονται τα θρεπτικά συστατικά, ιδίως το ασβέστιο και τη βιταμίνη D, τα οποία περιέχουν τα γαλακτοκομικά. Ένα ποτήρι 200ml αποβουτυρωμένου γάλακτος έχει μόνο 80 θερμίδες και καθόλου λιπαρά. Παρέχει ένα τέταρτο της συνιστώμενης ημερήσιας πρόσληψης ασβεστίου. Μιλήστε στο διαιτολόγο σας για τη σημασία των τροφών που είναι πλούσιες σε ασβέστιο σε μια υγιεινή διατροφή.

Χορτοφάγοι /αυστηρά ή oλικά χορτοφάγοι

Οι Ωο-χορτοφάγοι τρώνε αυγά, όμως όχι γαλακτοκομικά προϊόντα. Οι χορτοφάγοι τρώνε τροφές από φυτικές πηγές. Μπορεί και να πρέπει ν' ανησυχείτε για πιθανή έλλειψη ασβεστίου. Μια διατροφή μόνο με λαχανικά παρουσιάζει προκλήσεις. Καλές πηγές ασβεστίου περιλαμβάνουν σκούρα φυλλώδη λαχανικά, μπρόκολο, ρεβίθια, και προϊόντα ενισχυμένα σε ασβέστιο.

Κοιλιακή πάθηση

Η κοιλιακή πάθηση δεν ταξινομείται είτε ως τροφική αλλεργία ή ως δυσανεξία αλλά ως αυτοάνοση ασθένεια στο λεπτό εντέρου, μέσω του οποίου το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στους ίδιους του τους ιστούς. Στην κοιλιακή πάθηση, η κατανάλωση της γλουτένης προκαλεί βλάβη ή καταστροφή των εντερικών λαχνών, που είναι μικρές, στενόμακρες προεξοχές της επιφανειακής επένδυσης του λεπτού εντέρου. Οι λάχνες επιτρέπουν στις θρεπτικές ουσίες των τροφίμων να απορροφηθούν από τα τοιχώματα του λεπτού εντέρου στην κυκλοφορία του αίματος. Η μόνη θεραπεία για την κοιλιακή πάθηση είναι αυστηρά η αφοσίωση σε μια διατροφή χωρίς γλουτένη εφόρου ζωής. Η γλουτένη είναι πρωτεΐνη που περιέχεται στα δημητριακά σιτάρι, σίκαλη και κριθάρι και συνεπώς πρέπει να αποκλείσετε αυτά τα δημητριακά σε μια διατροφή χωρίς γλουτένη για να βοηθήσετε να ελεγχθούν τα συμπτώματα και να αποτραπούν οι μακροχρόνιες συνέπειες στην υγεία. Μια σωστή διατροφή θα πρέπει αντί αυτού να αποτελείται από φυσικά τρόφιμα χωρίς γλουτένη όπως το κρέας, τα φρούτα, τα λαχανικά, περισσότερα γαλακτοκομικά προϊόντα, πατάτες, ρύζι και επεξεργασμένα τρόφιμα τα οποία δεν περιέχουν γλουτένη όπως τα έτοιμα γεύματα, οι σούπες και υποκατάστατα τροφίμων χωρίς γλουτένης που παρασκευάζονται ειδικά για ανθρώπους με κοιλιακή πάθηση για παράδειγμα ψωμί χωρίς γλουτένη, ζυμαρικά και μπισκότα.

Διατροφικές διαταραχές

Οι διατροφικές ανωμαλίες όπως η ανορεξία και η βουλιμία μπορούν να μειώσουν δραματικά την πρόληψη ασβεστίου και να επιταχύνουν την απώλεια μεταλλικών στοιχείων από τα οστά. Η υπερβολική απώλεια βάρους που προκαλείται από την ανορεξία και τη βουλιμία επηρεάζουν τις ωοθήκες της γυναίκας, οι οποίες σταματούν να παράγουν ορμόνες. Η έλλειψη οιστρογόνων σε νεότερες γυναίκες συμβάλει στην οστική απώλεια σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που η έλλειψη οιστρογόνων επηρεάζει μετά την εμμηνόπαυση. Όσο νωρίτερα συμβαίνουν αυτές οι ανωμαλίες στη ζωή και όσο περισσότερο μένουν χωρίς θεραπεία, τόσο μεγαλύτερη είναι η οστική απώλεια που μπορεί να προκύψει. Οι πάσχοντες από ανορεξία με μια μέση διάρκεια ασθένειας περίπου έξι χρόνων βρίσκονται να έχουν ετήσιο ρυθμό καταγμάτων επτά φορές μεγαλύτερο από αυτό των υγιών γυναικών της ίδιας ηλικίας. Η οστεοπόρωση αναπτύσσεται σε ποσοστό περίπου 35 έως 50 τοις εκατό των περιπτώσεων ανορεξίας.